Αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς- Κώστας Βάρναλης

ΤΕΧΝΕΣ

Αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς- Κώστας Βάρναλης

Στα χρόνια του παρακράτους της Φρειδερίκης ο Μενέλαος Λουντέμης δικαζόταν για το βιβλίο του “Βουρκωμένες μέρες”.
Ως μάρτυρας υπεράσπισης ερχόταν αναπάντεχα, στα γεράματά του, ο Δάσκαλος Κώστας Βάρναλης.
Όταν ρωτήθηκε αν είναι ένοχος ο Λουντέμης ο Βάρναλης απάντησε,

“Ένοχος είναι ο συγγραφέας που απαντά αρνητικά στα παρακάτω,
1: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους;
2: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;
3: Αν η Πατρίδα πάει σ΄ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει;
Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;”

Σύμφωνα με τον παραπάνω κώδικα έζησε όλη τη ζωή του.
Ο Βάρναλης ήταν ο Έλληνας ποιητής με το μεγαλύτερο potential, το μεγαλύτερο ταλέντο. Δεν έφτασε ποτέ τη λυρικότητα του Ελύτη, την απήχηση του Ρίτσου, το άγγιμα του Καβάφη ή το στοχασμό του Σεφέρη.
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή, ανάμεσα στο ταλέντο και την αφοσίωση.
Αν περάσεις τη γραμμή και αφοσιωθείς στο ταλέντο σου, αυτό θα ανθίσει, θα αποφέρει καρπούς, αλλά η αφοσίωση θα σου στερήσει τη ζωή σου.
Αν πάλι δεν περάσεις τη γραμμή, θα “ζήσεις” τη ζωή σου, αφήνοντας συγκυριακές αναλαμπές στο πέρας της, σαν απόδειξη του ταλέντου σου.

Ο Βάρναλης, αποφάσισε να ζήσει τη ζωή του σαν γκομενιάρης, ημιαλκοολικός, αγωνιστής.
Δεν αφοσιώθηκε ποτέ 100% στην τέχνη του.
Χρησιμοποιούσε την τέχνη του στο βωμό της ζωής του και όχι το αντίθετο. Ένα απλό παράδειγμα.
Και ο Ρίτσος ήταν αγωνιστής ποιητής, κομμουνιστής.
Ο Ρίτσος όμως αρκετές φορές χρησιμοποίησε, με την καλή έννοια, τον αγώνα για την τέχνη του.
Πάτησε πάνω στη συντροφική στήριξη, επένδυσε σε αυτή τη θεματική για να διατηρήσει ένα στάνταρ κοινό. Για να ‘χει κόσμο να τον πλαισιώνει όσο αυτός πάλευε με τους δαίμονές του για να δημιουργήσει.
Για αυτό τα περισσότερα έργα του Ρίτσου δεν είναι αγωνιστικά, αλλά περισσότερο κοινωνικά.
Ο Βάρναλης πάλι ανάλωσε τη μεγαλύτερη μερίδα του ταλέντου του στη συγγραφή αγωνιστικών ποιημάτων, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι άγνωστα σήμερα.
Μη με παρεξηγείτε, δεν υπονομεύω τον αγώνα, τη στρατευμένη τέχνη υπονομεύω.
Η τέχνη δεν υπάρχει για να αλλάξει βραχυπρόθεσμα τις κοινωνικές συνθήκες, έτσι απλά θα μπάλωνε μια τρύπια βάρκα.
Η τέχνη υπάρχει για να σμιλέψει τις μελλοντικές συνειδήσεις.
Η τέχνη ταρακουνά τον άνθρωπο και όχι τις συγκυριακές κοινωνικές ισορροπίες.

Ο Βάρναλης αποφάσισε να στηρίξει περισσότερο τη ζωή του με το λόγο του και όχι το λόγο του με τη ζωή του.

Για αυτό και τα ποιήματα του Βάρναλη που έχουν περάσει στη λαϊκή κουλτούρα είναι λίγα.
Ο Βάρναλης, είναι ίσως ο μοναδικός, από τους μεγάλους,
λαϊκός ποιητής.
Όχι επειδή έγραφε για το λαό, αλλά επειδή ο λαός χρωμάτιζε το λόγο του.
Ο λαός με τη βρωμιά του, την αγνότητά του, την αφέλεια και τη σοφία του.
Ο τραχύς λαός, η καθημερινότητα που σε τρώει στο τέλος κάθε μέρας και σε φτύνει αναγεννημένο στην αυγή κάθε πρωινού.
Τα πάθη και οι αγωνίες του μέσου, μολυσμένου με το μικρόβιο της ζωής, ανθρώπου, η βλασφήμια και η καθαρότητά του.
Ο Παλαμάς, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, θέλοντας ή μη γράφαν για το λαό από τη θέση του λόγιου. Ο Καβαδίας έγραφε για το λαό από τη θέση του λαού.
Ο μπαρμπα-Κώστας έγραφε για το λαό, από τη θέση του λαού, σαν λόγιος. Κάτι αντίστοιχο παραλίγο να πετύχει και ο Καβάφης, αλλά το ότι ήταν ομοφυλόφιλος σε μια εποχή που δεν το ενέκρινε, τον απέτρεψε.
Τα πάθη του Καβάφη, εμφανίζονται κεκαλλυμένα στα ποιήματά του, ποτέ φάτσα φόρα, ένα στοιχείο διόλου λαϊκό.
Για του λόγου το αληθές, στα 90 του, λίγο πριν πεθάνει, στο μετέπειτα νεκροκρέββατο του, ο μπαρμπα-Κώστας έγραφε το τελευταίο του ποίημα,

ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ

“Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!”

Στην ίδια δίκη, ρώτησε ο πρόεδρος το Βάρναλη, γιατί σε ένα διήγημα του Λουντέμη ο τελευταίος, για να σώσει την Ειρηνούλα από τα χέρια των κακών αφεντικών της, την παραδίδει στους εργάτες και όχι στους χωροφύλακες για να την περιθάλψουν.
Η απάντηση του Βάρναλη, σε μια εποχή που βασίλευε το παρακράτος και η μισή καλλιτεχνική φάρα βρισκόταν στη Μακρόνησο;
“Οι χωροφύλακες θα την πουλούσαν στα μπουρδέλα κύριε πρόεδρε”.

Ο μπαρμπα-Κώστας ήταν ποιητής, συγγραφέας, σεναριογράφος, μεταφραστής θεατρικών έργων, δημοσιογράφος.
Δύο χρόνια πριν πεθάνει ζητούσε από την ΕΣΗΕΑ ένα δια βίου επίδομα λόγω οικονομικών προβλημάτων, διευκρινίζοντας ότι το “δια βίου” δε θα ‘ναι για πολύ…
Αυτή η σατιρική διάθεση χαρακτήρισε, όλο το έργο και τη ζωή του εν γένει.
Ποτέ δε φοβήθηκε, αφού πάντα έβρισκε ένα καλό αστείο για να ξορκίσει τη μαυρίλα που συνεχώς έβλεπε μπροστά του.
Ένα γέλιο που έπνιγε τους δαίμονές του.
Ένα βιτριολικό γέλιο που τον συνόδευσε ως το τέλος.
Δεν ήταν ευτυχισμένος, αλλά δεν ήταν και δυστυχισμένος.
Πονούσε για την ανθρωπότητα, για τους λύκους που την κατασπαράζουν και δεν ονειρευόταν αλλά πάλευε για ένα καλύτερο αύριο.
Πονούσε για το εφήμερο της ζωής, για το βάσανό της, την επίγνωση του επικείμενου θανάτου. Ποτέ όμως δεν απελπιζόταν.
Για κάθε ανάθεμα που εμφανιζόταν στο διάβα του, είχε πάντα ένα καλό αστείο στη φαρέτρα του για να το εξοντώσει.

16 Δεκεμβρίου του 1974, πέθαινε το κράμα
του Διόνυσου με το Σωκράτη, ο σάτυρος Κώστας Βάρναλης.

“Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερο βουτά.
Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Αχ, πού ‘σαι, νιότη, πού δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!”

Facebook Comments
(Επισκέφθηκε 331 φορές)
Hobo with a pen

Hobo with a pen