Όλες οι πραγματικά ευτυχισμένες οικογένειες βασίζονται σε αμοιβαία κοινά αποδεκτά ψέματα

ΙΔΕΕΣ

Όλες οι πραγματικά ευτυχισμένες οικογένειες βασίζονται σε αμοιβαία κοινά αποδεκτά ψέματα

Πόσο χρόνια κρατάει ο έρωτας; Δύο χρόνια; Πέντε για όσους έχουν μεγαλύτερη αυθυποβολή;
Και μετά η ζωή μέσα σε μια συμβατική οικογένεια, η καθημερινότητα με τον άλλον σκοτώνει το αρχικό πάθος, την αρχική σπίθα.
Και ξαφνικά βρίσκεσαι εγκλωβισμένος, να διανύεις χρόνια που δε γυρνάνε πίσω, χαραμίζοντας την νιότη σου, με έναν άνθρωπο να ξυπνάει δίπλα στο κρεββάτι σου, που δεν αναγνωρίζεις.
Έχεις την επιλογή να χωρίσεις, να κυνηγήσεις κάτι διαφορετικό όσο έχεις ακόμα χρόνο, έχεις την επιλογή να δημιουργήσεις μια παράλληλη σχέση και να δοθείς σε αυτήν, έχεις την επιλογή να δοθείς νευρωτικά και ψυχαναγκαστικά στη δουλειά σου.
Αλλά σκέφτεσαι πως τα χρόνια έχουν περάσει και ίσως τώρα που δεν έχεις κι εσύ τη σπίθα της νιότης σου, δεν μπορείς να ξαναβρείς το ιδανικό στον έρωτα, φοβάσαι να μείνεις μόνη λίγο πριν τα σαράντα, φοβάσαι τους κύκλους σου που αποτελούνται από οικογένειες με τις ανάλογες συνήθειες, σκέφτεσαι τα δυο παιδιά-βαρίδια που έχεις στο διπλανό δωμάτιο και έχουν την ανάγκη σου.

Μιλάμε πάντα για τις σκοτεινές στιγμές σου. Γιατί σίγουρα υπάρχουν και οι φωτεινές στιγμές, όπου μέσα σε αυτή τη χαοτικότητα, κοιτάς αποκαμωμένος τα παιδιά σου να σπάνε τα αναμνηστικά της παιδικής σου ηλικίας παίζοντας μπάλα στο σαλόνι και μέσα στην απελπισία σου, νιώθεις κάπως περήφανος που δημιούργησες έστω έναν κάποιο δικό σου κόσμο, μέσα σε αυτόν τον αχανή κόσμο που αρνιόταν πάντα πεισματικά να σου προσφέρει κάποιο νόημα.
Πίσω στις σκοτεινές στιγμές όμως, εάν δεν αποφασίσεις να τα διαλύσεις όλα με έναν από τους τρεις τρόπους που περιγράψαμε παραπάνω, έρχεται μια στιγμή, που ξυπνάς δίπλα σε ένα άδειο και αδιάφορο για σένα σώμα, ένα βαρίδι στο κρεββάτι σου, ένα σύμβολο των όσων έχασες, ένα καθρέφτισμα της απόλυτης συμβατικότητας προς την οποία κυλά η άβουλη ζωή σου.
Και τότε κάνεις τη σκέψη. Θα μπορούσες να τον σκοτώσεις;
Γιατί όχι; Θεωρείς τον εαυτό σου παλαβό και το ξεχνάς.
Μα όσο περνάνε τα πρωινά η ίδια αυτή σκέψη έρχεται όλο και πιο συχνά στο νου σου.
Aρχίζεις και το σχεδιάζεις, πολλές φορές είναι η μόνη σκέψη που σου προσφέρει αγαλλίαση και ικανοποίηση.
Η απόλυτη λύτρωσή σου, η στιγμή που θα εξαφανιστεί βίαια από τον κόσμο αυτό το πράμα που κοιμάται δίπλα σου και συμβολίζει όλες τις τύψεις για τη ζωή που έχασες, συσσωρευμένες.

Ο πατέρας σου έχει κάνει αυτή τη σκέψη, η μάνα σου έχει κάνει αυτή τη σκέψη, εσύ έχεις κάνει ή θα κάνεις αυτή τη σκέψη.
Κι όσο περνάει ο καιρός που βυθισμένος στο μίσος σου σχεδιάζεις πως θα σκοτώσεις τον άλλο έρχεται μια στιγμή επίγνωσης.
Σίγουρα και εκείνος κάποια στιγμή σκέφτηκε το ίδιο για σένα. Σίγουρα κι εκείνη νιώθει έτσι, νιώθει εγκλωβισμένη.
Όμως. Δε σε χώρισε. Δε σε κεράτωσε συστηματικά ώστε να λείπει συνέχεια. Δε δόθηκε στη δουλειά του.
Kαι κυρίως δε σε σκότωσε, όσο και να το ήθελε.
Κάθισε εκεί να υπομένει αυτή τη φυλακή μαζί σου.

Το έκανε όμως από δειλία; Αν βάλεις κάτω τα πράματα, με όποιον και να ‘σουνα ο έρωτας θα περνούσε. Με όποια και να ‘σουνα κάποια στιγμή όλα θα βαλτώνανε.
Με τον άνθρωπο που σιχαίνεσαι να ξυπνάς πλάι του, κάποια στιγμή ζήσατε κάτι πολύ δυνατό.
Και από αυτή τη δυνατή στιγμή κάνατε δυο παιδιά, δημιουργήσατε τον δικό σας κόσμο. Τη δική σας φυλακή ίσως, αλλά σίγουρα οριοθετείσατε ένα μικρό κομμάτι για σας, μέσα στην ατέλειωτη αβεβαιότητα του χωροχρόνου.
Δηλώσατε έστω για λίγο, έστω κάπως την ύπαρξή σας.
Δειλία είναι το να αντιλαμβάνεσαι πως ποτέ δε θα βρεις την ιδανική λύση και να αποφασίσεις να προστατεύσεις με νύχια και με δόντια τη μοναδική λύση που κατάφερες να φτιάξεις μαζί με κάποιον άλλο, ή μήπως δειλία είναι το να τρέχεις πανικόβλητος από λύση σε λύση σαν ποντίκι στον τροχό;

Και τότε σκέφτεσαι πως οι ίδιες σκέψεις έχουν περάσει και από το μυαλό του άλλου.
Δε σε παράτησε, δε σε σκότωσε, δε σε έπνιξε μέσα στην οργή της, γιατί αποφάσισε πως από το να προσπαθεί να κυνηγήσει αλλού την ευτυχία που κάποτε ένιωσε μαζί σου, είναι προτιμότερο με ειλικρίνεια να καθίσει να παλέψει τη δυστυχία πλάι σου.

Σίγουρα η στιγμή που ο ένας σύντροφος κοιτά τον άλλο στα μάτια και αντιλαμβάνονται και οι δύο πόσες φορές έχει σκεφτεί ο ένας να σκοτώσει τον άλλο, αυτή η στιγμή της απόλυτης σύνδεσης, της απόλυτης ανακούφισης, της κοινής αποδοχής του αμοιβαίου ψέματός τους περί της πολιτισμένης συνείδησής τους, αυτή η στιγμή είναι που τους ενώνει, που τους δένει, που τους περνάει από την ύπαρξή στη συνύπαρξή.
Όχι η στιγμή του μεγάλου έρωτά τους, αλλά η στιγμή της κοινής αποδοχής του μεγάλου μίσους τους.
Η στιγμή που σιωπηλά συναποφασίζουν να παλέψουν αυτό το μίσος μαζί μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Η στιγμή, που αποφασίζουν να μην οργώσουν τον κήπο τους, αλλά να τον καθαρίσουν από τα αγκάθια και τα αγριόχορτα σιγά σιγά, μαζί και υπομονετικά.

Να λοιπόν που βρίσκεται η ευτυχία, στα παλιά ζευγάρια, ιδίως σε αυτά που προέκυψαν από προξενιά και απορείς πως άντεξαν 80 χρόνια μαζί, πως είναι ακόμα ευτυχισμένοι.
Μίσησαν ο ένας τον άλλο από πολύ νωρίς. Και η ανάγκη της εποχής που έκανε πιο δύσκολα τα διαζύγια και τις μεγάλες παράλληλες σχέσεις, τους έκανε ακόμα πιο συχνές και έντονες τις σκέψεις δολοφονίας.
Και από αυτό το καθημερινό δηλητήριο μίσους, δυστυχίας και απόγνωσης, απέκτησαν τελικά ανοσία στη δυστυχία και την απόγνωση της ζωής.

Facebook Comments
(Επισκέφθηκε 448 φορές)
Hobo with a pen

Hobo with a pen