Βάλτε να πιούμε- Για τον Θάνο Ανεστόπουλο

ΤΕΧΝΕΣ

Βάλτε να πιούμε- Για τον Θάνο Ανεστόπουλο

Πρώτη φορά είδα τα Διάφανα Κρίνα όταν πρωτοπέρασα φοιτητής σε ένα live στο Κύτταρο, αν θυμάμαι καλά, και μου χε ‘φανεί αρκετά υπερβολική η προσκόλληση στη θεματική του θανάτου στα κομμάτια τους.
Ακόμα περισσότερο μου είχε φανεί αρκετά κιτς ο ρυθμός και η μελωδία σε κάποια κομμάτια που άφηναν μια υποψία χαράς και χορού στο φόντο, όταν οι στίχοι μιλούσαν για μαυρίλα και πένθος.
Θυμάμαι η γνώμη μου για τη συναυλία είχε συνοψιστεί στο τραγουδάκι που τραγούδαγα αυτιστικά μετά το τέλος της
“θα πεθάνουμε όμορφα, όμορφα, όμορφα!!”..

Πέντε χρόνια μετά με τον oxybrain είχαμε βρεθεί σε μια συνάντηση-ομάδα που διοργάνωνε ο bd foxmoor με θέμα “περί φόβου”.
Ο Ανεστόπουλος ήρθε κάπου στη μέση, κάθισε δίπλα στο Μιχάλη και μίλησε με μια πραότητα για τους φόβους του, που στη βάση τους εκπίπταν όλοι στο φόβο του θανάτου.
Δεν έβγαλε κανένα πανικό για τον θάνατο, σαν θάνατο, ή σαν το τέλος που φέρνει κάποια στιγμή η ζωή στα νιάτα σου, στο μυαλό σου, στο ταλέντο σου, στην έμπνευση, στη υγεία, στην ομορφιά σου.
Μου είχε φανεί αρκετά περίεργο καθώς περίμενα λόγω των στίχων του να δω έναν άνθρωπο που θα αντιμετώπιζε με σάστιση και αμηχανία τη θνητότητα και το τρωτό της ζωής και της ύπαρξης.

Όταν πρόπερυσι διαγνώστηκε με καρκίνο των οστών, διαβάζοντας για την ασθένεια, την μη αναστρεψιμότητά της και τους πόνους που επέφερε, είχα πανικοβληθεί σκεφτόμενος απλά να βρισκόμουν στη θέση του.
Βλέποντάς τον στο live για τους μετανάστες στο Θησείο να μιλά από μια οθόνη, αδύναμος, φανερά αδυνατισμένος και ταλαιπωρημένος,
με εντυπωσίασε.
Δεν είδα στον τρόπο του κανένα πανικό, καμία απόγνωση, καμία εσωστρέφεια που θα επικεντρονώταν στα δεινά που περνούσε και από τα οποία δε θα μπορούσε και να δραπετεύσει.
Μιλούσε για τον πόνο των μεταναστών επισκιάζοντας συνειδητά και ειλικρινά τον δικό του.
Δεν ήταν ούτε αυθυποβολή, ούτε προσπάθεια να κερδίσει τη συμπάθεια του κόσμου, ήταν στάση πηγαίου πάθους.
Τότε αποκωδικοποίησα επιτέλους την πορεία και τον τρόπο του,
την ιδιοσυγκρασία του.

Η θεματική του Ανεστόπουλου αφορούσε το θάνατο, αλλά όπως και στα παλιά δημοτικά, τον αντιμετώπιζε με μια πανηγυρική χορευτική και όχι απελπτιστική διάθεση.
Γιατί έτσι ήταν και ο ίδιος.
Ο φόβος του για το θάνατο δεν ήταν φόβος απελπισίας και απόγνωσης, αλλά περισσότερο η άλλη όψη της αγάπης του για τη ζωή.
Τη ζωή που υπάρχει και συνεχίζεται μαζί ή χωρίς εμάς.
Τη ζωή που είμαστε υπηρέτες και ευνοούμενοί της.
Τη ζωή που πρέπει να γιορτάζουμε, ακόμα και όταν τα σύννεφα του θανάτου έχουν κατακλύσει απειλητικά τον ορίζοντά της.
Για αυτή τη ζωή μιλούσε ο Ανεστόπουλος στους στίχους του, για αυτή τη ζωή μίλησε ετοιμοθάνατος και αδύναμος στο βίντεο του live στρέφοντας την προσοχή στα δεινά των άλλων και βάζοντας στη σκιά τα αμετάκλητα δεινά που περνούσε ο ίδιος.
Για αυτή τη ζωή, έφυγε ήρεμος, γεμάτος και αρχοντικός.

“Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη.
Μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη.
Μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε.
Βάλτε να πιούμε…”

Facebook Comments
(Επισκέφθηκε 359 φορές)
Hobo with a pen

Hobo with a pen

Leave a Reply